Αρχική > παιδαγωγικά > Η μάθηση ως οικοδόμηση της γνώσης

Η μάθηση ως οικοδόμηση της γνώσης

17/11/2010

Οι έρευνες των τελευταίων δεκαετιών για τη φύση των γνωστικών, συναισθηματικών και κοινωνικών διαδικασιών της μάθησης οδήγησαν στη διαμόρφωση νέων θεωρητικών προσεγγίσεων, οι οποίες ανατρέπουν ή έρχονται σε αντίθεση με αρκετές από τις παραδοσιακές παιδαγωγικές αντιλήψεις και πρακτικές (National Research Council, 2000).

Οι σύγχρονες γνωστικές θεωρίες εξετάζουν τη λειτουργία των μηχανισμών της σκέψης που εδράζουν στον εγκέφαλο, σε αντίθεση με τις συμπεριφοριστικές θεωρίες μάθησης που εστίαζαν στη μελέτη παρατηρήσιμων συμπεριφορών. Κοινή παραδοχή των γνωστικών θεωριών αποτελεί ότι η μάθηση δεν είναι το αποτέλεσμα της παθητικής ανταπόκρισης του οργανισμού μας σε ερεθίσματα και ενισχύσεις, (όπως ισχυρίζονταν οι συμπεριφοριστές), αλλά μια ενεργητική προσπάθεια ερμηνείας των εμπειριών μας (Greeno, Collins, & Resnick, 1996). Ως ενεργά υποκείμενα δεν αποδεχόμαστε άκριτα νέες πληροφορίες, δεν τις κατανοούμε όλοι και όλες με τον ίδιο τρόπο, ούτε τις αποθηκεύουμε αυτούσιες στη μνήμη μας. Οι προηγούμενες γνώσεις, οι γνωστικές στρατηγικές που χρησιμοποιούμε, οι αντιλήψεις μας για τη διαδικασία της μάθησης και το κοινωνικό μας περιβάλλον, επηρεάζουν το τι και το πώς μαθαίνουμε.

 

Η μάθηση είναι μια ενεργητική προσπάθεια ερμηνείας των εμπειριών μας.

Σύμφωνα με τη θεωρία επεξεργασίας της πληροφορίας, που κατέχει κυρίαρχη θέση στις σύγχρονες γνωστικές προσεγγίσεις, η μάθηση περιλαμβάνει την επεξεργασία και αποθήκευση πληροφοριών και πραγματοποιείται με τη βοήθεια τριών μνημονικών δομών: της αισθητηριακής, της εργαζόμενης και της μακρόχρονης μνήμης (Anderson, 1995). Η αισθητηριακή μνήμη διατηρεί προσωρινά τα μυριάδες ερεθίσματα που γίνονται αντιληπτά με τις αισθήσεις μας. Όσα από αυτά γίνονται αντικείμενο προσοχής, προωθούνται στην εργαζόμενη μνήμη, η οποία είναι υπεύθυνη για την επεξεργασία των πληροφοριών. Η τελευταία έχει περιορισμένη χωρητικότητα και διάρκεια, δηλαδή μπορεί να χειριστεί λίγες πληροφορίες και για μικρό χρονικό διάστημα. Η επανάληψη διατηρεί τις πληροφορίες ενεργές στην εργαζόμενη μνήμη και αυξάνει την πιθανότητα προώθησής τους στη μακρόχρονη μνήμη, η οποία αποτελεί την αποθήκη του μνημονικού μας συστήματος. Η γνώση αποθηκεύεται στη μακρόχρονη μνήμη σε διάφορες μορφές, όπως η σημασιολογική (γνώση εννοιών και κανόνων), η διαδικαστική (γνώση διαδικασιών) και η επεισοδιακή (αναμνήσεις γεγονότων), και ανασύρεται από την μακρόχρονη μνήμη για την επεξεργασία νέων πληροφοριών.

Οι γνωστικές στρατηγικές που χρησιμοποιούμε, δηλαδή ο τρόπος επεξεργασίας των πληροφοριών στη μνήμη, επηρεάζει τη δυνατότητα μελλοντικής ανάκλησης και αξιοποίησής τους σε νέες καταστάσεις και άρα την αποτελεσματικότητα της μάθησης.

Η μηχανική επανάληψη επιτρέπει στους μαθητές να αποθηκεύουν και να ανακαλούν αποσπασματικές πληροφορίες από τη μνήμη, αλλά δεν τους καθιστά ικανούς να χειρίζονται με ευέλικτο τρόπο αυτή τη γνώση στην κατανόηση νέων εμπειριών. Έτσι, οι μαθητές συχνά δυσκολεύονται να επιλύσουν σύνθετα προβλήματα, αν και είναι σε θέση να διατυπώσουν τις επιμέρους πληροφορίες που απαιτούνται, όπως κατάλληλους ορισμούς και διαδικασίες (Resnick, 1987). Στην περίπτωση αυτή η γνώση των μαθητών είναι αδρανής.

Καλύτερη αποθήκευση στη μακρόχρονη μνήμη επιτυγχάνεται με τη χρήση γνωστικών στρατηγικών βαθιάς επεξεργασίας, όπως η οργάνωση των πληροφοριών και η σύνδεσή τους με προηγούμενες γνώσεις, που απαιτούν πιο ενεργή και ουσιαστική συμμετοχή στη μάθηση εκ μέρους των μαθητών. Μελέτες που εξέτασαν τον τρόπο που συλλογίζονται για πολύπλοκα προβλήματα του τομέα τους οι επαΐοντες (experts), δηλαδή άτομα με εξειδικευμένες γνώσεις και εκτενή εμπειρία (Glaser, 1991. Chi, Feltovich, & Glaser, 1981) έδειξαν ότι αυτό που τους διαφοροποιεί από τους αρχάριους (novices) είναι ο τρόπος οργάνωσης των γνώσεων στη μακρόχρονη μνήμη τους. Ενώ οι γνώσεις των αρχαρίων τείνουν να είναι αποσπασματικές και ασύνδετες, οι γνώσεις των επαϊόντων είναι οργανωμένες σε μεγάλες ενότητες, με βάση τις πιο σημαντικές έννοιες και θεωρίες του τομέα τους.

Αυτό επιτρέπει στους επαΐοντες να χρησιμοποιούν πιο αποτελεσματικά τις γνώσεις τους στην επίλυση προβλημάτων της ειδικότητάς τους. Μπορούν να κατανοούν τη βαθύτερη δομή ενός προβλήματος, να αναγνωρίζουν τις βαθύτερες σχέσεις ανάμεσα σε διαφορετικές πληροφορίες, να αντικαθιστούν άγνωστα με γνωστά δεδομένα και να ανακαλούν με ευκολία από τη μνήμη τους πληροφορίες για την επίλυση του προβλήματος.

1.1. Ο ρόλος της προηγούμενης γνώσης στη μάθηση

Από τα πρώτα τους χρόνια τα παιδιά προσπαθούν να ταξινομήσουν και να ερμηνεύσουν τα ερεθίσματα που δέχονται: αναζητούν σχέσεις αιτίας – αποτελέσματος, οργανώνουν ιδέες σε εννοιολογικά σχήματα και κατασκευάζουν θεωρίες για να εξηγήσουν καθημερινά φαινόμενα (Wellman & Gelman, 1998). Αυτές οι έννοιες και θεωρίες αποτελούν τη βάση με την οποία τα παιδιά οικοδομούν νέα γνώση: επηρεάζουν το τι γίνεται αντιληπτό στην αισθητηριακή μνήμη, κατευθύνουν την προσοχή σε συγκεκριμένα ερεθίσματα και βοηθούν στην επεξεργασία νέων πληροφοριών. Οι μαθητές που είναι εξοικειωμένοι με το περιεχόμενο ενός κειμένου ή μιας διάλεξης συγκρατούν περισσότερες πληροφορίες σε σχέση με αυτούς που έχουν περιορισμένες σχετικές γνώσεις. Όμως η μάθηση δεν είναι απλά η συσσώρευση νέας γνώσης στις ήδη υπάρχουσες, αλλά ο μετασχηματισμός και η αναδιοργάνωση των προηγούμενων γνώσεων. Όταν οι μαθητές έρχονται αντιμέτωποι με δεδομένα που αντικρούουν αυτό που γνωρίζουν, οι μαθητές βιώνουν γνωστικές συγκρούσεις που μπορούν να τους οδηγήσουν στην αναθεώρηση και αναδιοργάνωση των δικών τους ιδεών.

Η μάθηση δεν είναι απλά η συσσώρευση νέας γνώσης στις ήδη υπάρχουσες, αλλά ο μετασχηματισμός και η αναδιοργάνωση των προηγούμενων γνώσεων.

Οι προηγούμενες γνώσεις μπορούν, ωστόσο, να αποτελέσουν και τροχοπέδη στην απόκτηση νέων γνώσεων. Πολλές από τις προϋπάρχουσες ιδέες των παιδιών είναι εσφαλμένες και ελλιπείς, γιατί συχνά στηρίζονται σε περιορισμένες εμπειρίες και σε απλοϊκές γενικεύσεις  (Driver, Guesne, & Tiberghien, 1993).

Οι ιδέες αυτές αλλάζουν δύσκολα, ακόμη και μετά από τη διδασκαλία των επιστημονικά έγκυρων εννοιών ή την παρουσία δεδομένων που  τις αντικρούουν.

Οι μαθητές τείνουν να αγνοούν τις πληροφορίες που ανατρέπουν τις απόψεις τους ή να προσαρμόζουν τις νέες πληροφορίες για να τις εντάξουν στα εννοιολογικά σχήματα που ήδη έχουν (Wandersee, Mintzes, & Novak, 1994). Όταν τα παιδιά χρησιμοποιούν μη έγκυρη επιστημονικά γνώση για να ερμηνεύσουν νέα ερεθίσματα, τότε οδηγούνται σε λανθασμένα συμπεράσματα.

Οι μαθητές τείνουν να αγνοούν τις πληροφορίες που ανατρέπουν τις απόψεις τους ή να προσαρμόζουν τις νέες πληροφορίες για να τις εντάξουν στα εννοιολογικά σχήματα που ήδη έχουν

1.2. Η σημασία της μεταγνώσης για την αποτελεσματικότητα της μάθησης

Οι μαθητές διαφέρουν μεταξύ τους ως προς τις γνωστικές στρατηγικές που χρησιμοποιούν για να μάθουν, αλλά και ως προς την ικανότητά τους να οργανώνουν, να καθοδηγούν και να αξιολογούν τη χρήση αυτών των στρατηγικών (National Research Council, 2000). Ο τελευταίος παράγοντας ονομάζεται μεταγνώση και ουσιαστικά αφορά στην ενημερότητα των μαθητών για τις νοητικές διαδικασίες που χρησιμοποιούν για να μάθουν.

  • Η μεταγνώση περιλαμβάνει (Brown, Bransford, Ferrara & Campione, 1983): § γνώση για τις γνωστικές λειτουργίες, δηλαδή α) επίγνωση των παραγόντων που αφορούν στο μαθητή (π.χ. των ικανοτήτων και των αδυναμιών του), β) κατανόηση του έργου που έχει να επιτελέσει (π.χ. επίπεδο δυσκολίας και απαιτήσεις σε χρόνο και προσπάθεια) και γ) γνώση των στρατηγικών που είναι κατάλληλες για την επιτυχή αντιμετώπιση του συγκεκριμένου έργου, καθώς και του τρόπου εφαρμογής τους (δηλαδή, τι στρατηγικές μπορεί να χρησιμοποιήσει και πώς, πότε και γιατί πρέπει να τις χρησιμοποιήσει), και
  • γνώση για τις γνωστικές λειτουργίεςδιαδικασίες ρύθμισης των γνωστικών λειτουργιών, δηλαδή μεταγνωστικές στρατηγικές που χρησιμοποιεί ο μαθητής: α) για να σχεδιάσει τη διαδικασία της μάθησης (π.χ. επιλογή χρόνου, τόπου και τρόπου μελέτης), β) για να παρακολουθήσει την πορεία της μάθησής του και για να παρέμβει διορθωτικά, εάν οι προσπάθειές του δεν επιφέρουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα και γ) για να αξιολογήσει τα αποτελέσματα της μάθησης.

Οι μαθητές που μαθαίνουν αποτελεσματικά είναι ενήμεροι του σκοπού του κάθε έργου (π.χ. χρησιμοποιούν διαφορετικές στρατηγικές για την κατανόηση λογοτεχνικών και πληροφοριακών κειμένων) και έχουν επίγνωση των δικών τους δυνατοτήτων και αδυναμιών που θα επηρεάσουν την υλοποίησή του (π.χ. αναγνωρίζουν ότι δεν γνωρίζουν αρκετά για το θέμα που διαπραγματεύεται ένα κείμενο και ότι επομένως θα χρειαστούν αρκετό χρόνο για να το κατανοήσουν). Προϋπόθεση για την αποτελεσματική μάθηση είναι, επίσης, η γνώση ποικιλίας στρατηγικών μάθησης καθώς και περιστασιακής γνώσης για το πότε και πώς μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Οι αποτελεσματικοί μαθητές να γνωρίζουν τα οφέλη που προκύπτουν από τη χρήση γνωστικών στρατηγικών, επιλέγουν κάθε φορά αυτές που είναι πιο κατάλληλες για τον στόχο που επιδιώκουν, παρακολουθούν και αξιολογούν τις διαδικασίες της σκέψης τους (π.χ. ελέγχουν κάθε τόσο εάν κατανοούν το κείμενο που διαβάζουν κάνοντας ερωτήσεις στον εαυτό τους) και αλλάζουν στρατηγικές, όταν διαπιστώνουν ότι οι αυτές που αρχικά επέλεξαν δεν ήταν αποτελεσματικές.

1.3. Η σημασία των κινήτρων μάθησης

Η διεθνής έρευνα έχει αναδείξει τη σημασία των αντιλήψεων αυτό-αποτελεσματικότητας των μαθητών για τη μάθηση και σχολική τους επίδοση (Pintrich & Schunk, 1996. Bandura, 1993). Οι αντιλήψεις αυτές αφορούν τις απόψεις των μαθητών για την ικανότητά τους να ανταποκριθούν με επιτυχία σε συγκεκριμένα έργα (π.χ. λύση προβλημάτων γεωμετρίας, συγγραφή έκθεσης ιδεών). Αν και δεν ανταποκρίνονται πάντα στις πραγματικές δυνατότητες των μαθητών, επηρεάζουν σημαντικά την πρόθεση τους να εμπλακούν σε ένα έργο και την ποιότητα της προσπάθειάς τους. Όσοι έχουν θετική αυτό- αποτελεσματικότητα δεν φοβούνται να ασχοληθούν με απαιτητικά έργα, προσπαθούν και δεν παραιτούνται εάν συναντήσουν δυσκολίες, χρησιμοποιούν γνωστικές και μεταγνωστικές στρατηγικές και, ως αποτέλεσμα, τα καταφέρνουν καλύτερα στο σχολείο (Bandura, 1993. Pintrich & DeGroot, 1990). Αντίστροφα, η χαμηλή αυτοαποτελεσματικότητα μπορεί να οδηγήσει σε έναν φαύλο κύκλο, καθώς η απουσία ενασχόλησης με μαθησιακά έργα περιορίζει τις δυνατότητες ανάπτυξης γνώσεων και δεξιοτήτων που θα βοηθούσαν τους μαθητές να αντιμετωπίσουν με επιτυχία μελλοντικά έργα κι έτσι να αυξήσουν την εκτίμηση της αποτελεσματικότητάς τους.

Σημαντικές, επίσης, για τα κίνητρα μάθησης είναι και οι αντιλήψεις που έχουν οι μαθητές για την αξία της μάθησης από τη συμμετοχή τους σε μια δραστηριότητα (Eccles & Wigfield, 1995), δηλαδή το κατά πόσο κρίνουν ότι η δραστηριότητα είναι ευχάριστη, χρήσιμη και σημαντική για τους ίδιους. Οι μαθητές είναι πιο πρόθυμοι να επενδύσουν σε χρόνο και προσπάθεια για να αποκτήσουν γνώσεις και δεξιότητες στις οποίες αποδίδουν υψηλή αξία και οι οποίες συνδέονται με τα ενδιαφέροντά τους. Οι αντιλήψεις αυτό- αποτελεσματικότητας και αξίας της μάθησης συσχετίζονται στενά με τις μελλοντικές ακαδημαϊκές επιδόσεις και επιλογές σπουδών και σταδιοδρομίας των μαθητών (Bandura, Barbaranelli, Caprara, & Pastorelli, 1996). Τα παιδιά που πιστεύουν ότι είναι ικανά και βρίσκουν ευχαρίστηση και χρησιμότητα στα μαθήματά τους τείνουν να εμπλέκονται ενεργά και ποιοτικά στη μάθησή τους και κατά συνέπεια ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του σχολείου, γεγονός που τα προετοιμάζει καλύτερα για μελλοντικές σπουδές και τους επιτρέπει να έχουν αρκετές επαγγελματικές επιλογές.

Τα κίνητρα μάθησης των μαθητών επηρεάζονται από την απόδοση της επιτυχίας ή αποτυχίας των προσπαθειών τους.

Τα κίνητρα για μάθηση επηρεάζονται επίσης και από τον τρόπο που οι μαθητές ερμηνεύουν τα αποτελέσματα της μάθησής τους, δηλαδή στο πού αποδίδουν την επιτυχία ή την αποτυχία των προσπαθειών τους. Η επιτυχία ή η αποτυχία μπορεί να αποδίδεται σε: α) παράγοντες εσωτερικούς ή εξωτερικούς από τον ίδιο τον μαθητή (π.χ. ικανότητα του μαθητή ή εύνοια του δάσκαλου, αντίστοιχα), β) παράγοντες που ο ίδιος ο μαθητής μπορεί ή όχι να επηρεάσει με τη συμπεριφορά του (π.χ. προσπάθεια ή τύχη) και γ) παράγοντες που είναι σταθεροί ή μεταβαλλόμενοι (π.χ. ικανότητα ή τύχη) (Weiner, 1994). Όταν οι μαθητές αποδίδουν την επιτυχία ή την αποτυχία των προσπαθειών τους σε παράγοντες εσωτερικούς, που μπορούν οι ίδιοι να ελέγξουν και να τροποποιήσουν (π.χ. ποιότητα και ένταση προσπάθειας, χρήση κατάλληλων στρατηγικών), τότε σε μελλοντικά έργα ενεργοποιούν συμπεριφορές που ενισχύουν τη μάθηση (Schunk, 1994). Αρκετοί μαθητές τείνουν να αποδίδουν την αποτυχία τους στην έλλειψη ικανότητας, παράγοντα τον οποίο θεωρούν επίκτητο και σταθερό, γεγονός που τραυματίζει την εκτίμηση αυτοαποτελεσματικότητας και επιδρά αρνητικά στη μάθηση (Bandura, 1993).

Η εκπαιδευτικός μπορεί να ενισχύσει την αυτό-αποτελεσματικότητα των μαθητών με τη διδασκαλία στρατηγικών που θα τους βοηθήσουν να βελτιώσουν την επίδοσή τους και να βιώσουν ακαδημαϊκές επιτυχίες. Επίσης, η ανατροφοδότηση της εκπαιδευτικού για τις προσπάθειες των μαθητών μπορεί να ενισχύσει τα κίνητρά τους, όταν εστιάζει στη διαδικασία που ακολούθησαν και αποδίδει το αποτέλεσμα σε παράγοντες που μπορούν να αλλάξουν με ενέργειες των ίδιων των μαθητών, όταν δηλαδή αναφέρεται στις στρατηγικές που χρησιμοποίησαν για να πετύχουν ένα μαθησιακό αποτέλεσμα (Pintrich & Schunk, 1996).

1.4. Ο ρόλος των άλλων στη μάθηση

Οι γνωστικές προσεγγίσεις για τη μάθηση διαφέρουν ως προς τη σημασία που αποδίδουν στο κοινωνικό περιβάλλον, ωστόσο όλες αναγνωρίζουν το ρόλο του στη μάθηση (Webb & Palincsar, 1996). Για τον Piaget και τους συνεχιστές του έργου του, η κοινωνική αλληλεπίδραση συμβάλει στη γνωστική ανάπτυξη, γιατί δημιουργεί προϋποθέσεις για γνωστικές συγκρούσεις, οι οποίες μπορεί οδηγήσουν τα παιδιά σε τροποποίηση των απόψεών τους. Ο ρόλος της κοινωνικής αλληλεπίδρασης στην γνωστική ανάπτυξη έχει, ωστόσο, κεντρική θέση στη θεωρία του Vygotsky (1978) και στις προσεγγίσεις κοινωνικού  εποικοδομισμού που αποτελούν συνέχειά της (Rogoff, 1994). Σύμφωνα με τις τελευταίες, η γνωστική ανάπτυξη έχει ουσιαστικά κοινωνική προέλευση.

Η συνεργασία των μαθητών με συνομήλικους και ενήλικες επιτρέπει την κοινή επεξεργασία τρόπων σκέψης και την παρατήρηση γνωστικών και μεταγνωστικών στρατηγικών, οι οποίες εσωτερικεύονται και σταδιακά εφαρμόζονται αυτόνομα.

Οι συνεργασίες με συνομήλικους και ενήλικες επιτρέπουν στα άτομα να επεξεργαστούν από κοινού τρόπους σκέψης και να παρατηρήσουν γνωστικές και μεταγνωστικές στρατηγικές, τις οποίες εσωτερικεύουν και σταδιακά εφαρμόζουν αυτόνομα. Η γνώση δεν είναι ατομικό επίτευγμα, αλλά αποτέλεσμα συμμετοχής σε κοινωνικές δραστηριότητες και προϊόν διαπραγμάτευσης και συναίνεσης.

Κατά τον Piaget, οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ συνομηλίκων είναι πιο σημαντικές, γιατί είναι ισότιμες. Ωστόσο, σχετικές έρευνες δείχνουν ότι οι αλληλεπιδράσεις των μαθητών με ενήλικες ή με πιο έμπειρα άτομα τείνουν να είναι πιο αποτελεσματικές, γιατί οι μαθητές συνήθως δεν γνωρίζουν πώς να αξιολογούν διαφορετικές απόψεις και χρειάζονται καθοδήγηση για να μάθουν να επιχειρηματολογούν (Webb & Palincsar, 1996).

Τα ευρήματα αυτά συγκλίνουν με τις απόψεις του Vygotsky (1978), ο οποίος τόνισε τη σημασία της παρουσίας ενηλίκων ή πιο έμπειρων ατόμων για τη γνωστική ανάπτυξη. Όταν συνεργάζονται και δέχονται καθοδήγηση από πιο ικανά άτομα, οι μαθητές μπορούν να επιτύχουν πιο δύσκολους μαθησιακούς στόχους από ότι εάν εργάζονται μόνοι τους. Η απόσταση αυτή ανάμεσα στο τι μπορεί κανείς να πετύχει όταν δουλεύει αυτόνομα και στο τι μπορεί να καταφέρει όταν δέχεται καθοδήγηση είναι γνωστή στη θεωρία του Vygotsky ως ζώνη εγγύτερης ανάπτυξης.

Συνοψίζοντας, οι σύγχρονες γνωστικές προσεγγίσεις αναδεικνύουν τη σημασία πολλαπλών παραγόντων που αφορούν στη διαδικασία της μάθησης και μπορούν να συνδράμουν στην πληρέστερη κατανόηση των δυσκολιών που εμφανίζονται σε αυτή.

Επίσης, τονίζουν την ανάγκη ανάπτυξης συνεργασιών και συζητήσεων, όπου οι μαθητές καλούνται να έχουν ενεργό ρόλο: να προβληματίζονται για τον τρόπο που σκέφτονται και μαθαίνουν, να αξιολογούν τις απόψεις των άλλων, να διαπραγματεύονται τις θέσεις τους και να επιχειρηματολογούν. Επειδή, ωστόσο, οι μαθητές συχνά δεν γνωρίζουν πώς να συνεργάζονται αποτελεσματικά, δηλαδή πώς να απευθύνουν ερωτήσεις κατανόησης, να επεξηγούν τον τρόπο που σκέφτονται και να βοηθούν τους συνεργάτες τους (Webb, Farivar, & Mastergeorge, 2002), η εκπαιδευτικός θα πρέπει να έχει υπόψη της αυτές τις δυσκολίες των μαθητών και να τους κατευθύνει σε τρόπους σκέψης και συμπεριφορές που διασφαλίζουν την αποτελεσματικότητα των ομαδοσυνεργατικών δραστηριοτήτων.

Τέλος, άμεση συνέπεια των παραπάνω προσεγγίσεων για τη διδασκαλία, είναι η έμφαση στη διευκόλυνση των μαθητών να αποκτούν οργανωμένη γνώση, να καλλιεργούν κίνητρα για μάθηση και να αναπτύσσουν γνωστικές και μεταγνωστικές στρατηγικές, ώστε να κατευθύνουν και ρυθμίζουν μόνοι τους τη μάθησή τους, δηλαδή να μπορούν να μαθαίνουν δια βίου. Αυτό απαιτεί την υιοθέτηση διδακτικών προσεγγίσεων που απαιτούν την ενεργητική συμμετοχή, δίνουν έμφαση στη βαθιά επεξεργασία εννοιών και στην ανάπτυξη στρατηγικών, ενθαρρύνουν τις δια-μαθητικές συνεργασίες και εστιάζουν στην επίλυση προβλημάτων και στη διερεύνηση καταστάσεων που αφορούν την καθημερινότητα των μαθητών.

της Ιωάννας Βεκύρη από το “Μαθησιακές Δυσκολίες Βασικές Έννοιες και Χαρακτηριστικά”, 2007

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: