Αρχική > παιδαγωγικά > Ποιότητα και κοινωνική δικαιοσύνη πέρα από την ομοιομορφία στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση

Ποιότητα και κοινωνική δικαιοσύνη πέρα από την ομοιομορφία στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση

11/12/2009

Αποτελεί πλέον κοινό τόπο η διαπίστωση ότι το εκπαιδευτικό μας σύστημα, συνολικά, από την προσχολική εκπαίδευση ως τα πανεπιστήμια, έχει ανάγκη ριζικών αλλαγών με στόχο τη βελτίωσή του (και αυτό παρά την ύπαρξη νησίδων καλών πρακτικών, ακόμη και αριστείας). Η κατάσταση μάλιστα είναι τόσο σοβαρή ώστε δεν αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, ρητορική υπερβολή η διατύπωση ότι η εκπαίδευση αποτελεί το κύριο εθνικό μας πρόβλημα.

Η οικονομία της γνώσης είναι αδύνατη χωρίς ένα αποδοτικό εκπαιδευτικό σύστημα, η απαίτηση για κοινωνική δικαιοσύνη στηρίζεται σε εκπαίδευση που φροντίζει για τους αδύνατους και, τέλος, τόσο η προσωπική όσο και η οικογενειακή μας ηρεμία προϋποθέτουν ένα σχολείο που η μάθηση θέλει μεν κόπο, αλλά ταυτόχρονα παρέχει πνευματική ικανοποίηση. Ολα αυτά αποτελούν κοινές και κοινότοπες διαπιστώσεις.

Ωστόσο, παρά την καθολική τους παραδοχή, τι έχουμε; Ενα σχολείο που απαιτεί υπερπροσπάθεια από την πλευρά των μαθητών για να κρατηθούν σε επαφή (με τη βοήθεια και του φροντιστηρίου) με τον αντικειμενικά εξοντωτικό ρυθμό διδασκαλίας για την κάλυψη της εκτεταμένης διδακτέας ύλης, στείρα απομνημόνευση άχρηστων πληροφοριών, άγχος και δυσβάστακτο οικονομικό κόστος για τις οικογένειες, υποβάθμιση του ρόλου των εκπαιδευτικών, ισοπεδωτική ομοιομορφία.

Στο σημερινό μου σημείωμα θα αναφερθώ συνοπτικά και επιλεκτικά σε τρία πεδία δυνατών και αναγκαίων βελτιώσεων της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης καθώς και σε ορισμένες από τις απαραίτητες προϋποθέσεις για τον σχεδιασμό και την εφαρμογή των αλλαγών αυτών. Τα πεδία στα οποία θα γίνει ενδεικτική αναφορά είναι ο σχεδιασμός των προγραμμάτων σπουδών, οι πολιτικές για το σχολικό βιβλίο και ο ρόλος της σχολικής ζωής.

Αρχικά, σε σχέση με το ζήτημα των προγραμμάτων σπουδών, θα λέγαμε ότι στόχος του σχολείου είναι η καθοδήγηση των μαθητών ώστε να αποκτήσουν τις γνώσεις που θα επιτρέψουν την κοινωνική τους ανάπτυξη, την ατομική τους εξέλιξη, την εξοικείωσή τους με όλα τα άξια λόγου στοιχεία που συγκροτούν τον πολιτισμό μας. Τα σημερινά προγράμματα σπουδών δεν είναι τίποτε άλλο από μια «συλλογή» εγκυκλοπαιδικού τύπου γνώσεων, με ελάχιστη εσωτερική συνοχή. Οι μαθητές δεν αποκτούν πρόσβαση σε μεθοδολογικά εργαλεία που είναι σήμερα απαραίτητα για την κατάκτηση της γνώσης. Στη χώρα μας αλλαγή προγραμμάτων σημαίνει, σχεδόν αποκλειστικά, αύξηση του όγκου της γνώσης (της περίφημης διδακτέας ύλης) και όχι συνολικό τους επανασχεδιασμό.

Η συνεχής διόγκωση της ύλης οδηγεί το σχολείο σε περαιτέρω αναποτελεσματικότητα. Τα αποτελέσματα που παράγονται είναι λίγο-πολύ γνωστά σε όλους και περιγράφηκαν παραπάνω. Υποστηρίζω ότι απαιτείται αλλαγή προσανατολισμού στη διαδικασία κατασκευής των σχολικών προγραμμάτων. Βάση για την ανάπτυξή τους πρέπει να αποτελούν συγκεκριμένοι (και βέβαια διαφορετικοί κατά ηλικία) μαθησιακοί στόχοι. Στόχοι που θα προσδιορίζουν το απαραίτητο για όλους τους μαθητές επίπεδο γνώσεων για κάθε τάξη.

Η αλλαγή αυτή προσανατολισμού ώστε το επίκεντρο της μαθησιακής διαδικασίας να γίνει ο μαθητής αναγκαστικά θα πρέπει να συνοδεύεται και από μείωση του σημερινού απαράδεκτα υψηλού αριθμού γνωστικών αντικειμένων που οι μαθητές είναι υποχρεωμένοι να διδάσκονται. Βεβαίως, θα πρέπει να εξακολουθούν να προσφέρονται όλα τα σημερινά ή και πρόσθετα γνωστικά αντικείμενα, από τα οποία οι μαθητές όμως θα επιλέγουν μικρότερο αριθμό. Αυτό μάλιστα πρέπει να γίνει σταδιακά. Σε κάθε τάξη διδάσκονται ορισμένα μαθήματα κορμού και μαθήματα επιλογής, ο αριθμός των οποίων διευρύνεται από τάξη σε τάξη. Με τον τρόπο αυτόν οι επιλογές των μαθητών αναδεικνύουν τα ενδιαφέροντά τους, ενώ σταδιακά αυτοί εξειδικεύονται στα γνωστικά αντικείμενα που επιθυμούν, αντικαθιστώντας την ομοιομορφία που το γραφειοκρατικά υπερρυθμιζόμενο σύστημα επιβάλλει σήμερα.

Αναφερόμενοι τώρα στα σχολικά βιβλία, πρέπει να σημειωθεί ότι η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα στην Ευρώπη στην οποία στην πράξη (διότι με βάση τον Ν. 2525/97 προβλέπεται το «πολλαπλό» βιβλίο) ισχύει το σύστημα του ενός κρατικού, σχολικού βιβλίου ανά μάθημα. Το μοναδικό αυτό βιβλίο σχεδιάζεται, παράγεται και εισάγεται στην εκπαιδευτική διαδικασία με αφόρητα πρόχειρες διαδικασίες. Ενδεικτικό της ελαφρότητας αποτελούν οι προκηρύξεις συγγραφής διδακτικών πακέτων (βιβλίο μαθητή, βιβλίο εκπαιδευτικού, εργαστηριακός οδηγός και τετράδιο εργασιών) όπου οι χρόνοι παράδοσης δεν υπερβαίνουν το ένα έτος. Περιττό να σημειώσουμε ότι δεν γίνεται (παρ΄ ότι προβλέπεται) κάποιου είδους πιλοτική εφαρμογή και αξιολόγηση από τους χρήστες τους (εκπαιδευτικούς και μαθητές) προτού εισαχθούν σε μαζική κλίμακα στα σχολεία.

Η πολιτική αυτή, αν και στερεί από τους εκπαιδευτικούς κάθε δυνατότητα διορθωτικής παρέμβασης με βάση τα όσα αντιμετωπίζουν στην τάξη (και άρα προσαρμογής της διδασκαλίας στις ανάγκες των μαθητών τους), διατηρείται στο όνομα της κοινωνικής δικαιοσύνης επειδή είναι δήθεν μέτρο «δωρεάν παιδείας». Είναι όμως μέτρο που εντείνει (αντί να αμβλύνει) τις κοινωνικές ανισότητες. Έχει οδηγήσει στη γιγάντωση μιας τεράστιας παράλληλης αγοράς βοηθημάτων ή συμπληρωμάτων των επίσημων κρατικών βιβλίων. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα βοηθήματα αποτελούν περίπου το 8% της συνολικής ελληνικής βιβλιοπαραγωγής, που αποτιμάται στο 40% των συνολικών ιδιωτικών
δαπανών για βιβλία στη χώρα μας. Επομένως πρόκειται για σύστημα, σκοταδιστικό, το οποίο ούτε δωρεάν ούτε κοινωνικά δίκαιο είναι.

Πέρα από τα αναγκαία σημεία παρέμβασης που προκύπτουν από την παραπάνω περιγραφή, είναι (ακριβώς για να εισαγάγουμε διαφοροποιήσεις ανάλογα με τις ανάγκες της σχολικής κοινότητας) απαραίτητο τα σχολικά βιβλία να ενταχθούν σε ένα σύστημα πολλαπλών διδακτικών υλικών που θα καλλιεργήσουν τη δυνατότητα στους μαθητές να αναζητούν και να ελέγχουν με διερευνητικό τρόπο τη γνώση.

Το ζήτημα, τέλος, της σχολικής ζωής είναι ίσως η «λυδία λίθος» για την αποτίμηση της προσφερόμενης στα σχολεία μας εκπαίδευσης. Τις τελευταίες δεκαετίες η εκπαιδευτική πολιτική στην Ελλάδα επικεντρώθηκε σχεδόν αποκλειστικά σε κεντρικές (δηλαδή που αφορούν το σύνολο του εκπαιδευτικού συστήματος) αλλαγές (εξεταστικό, σχολικά βιβλία κτλ.).

Αντίθετα, υποβαθμίστηκαν (αν δεν αγνοήθηκαν) προσπάθειες παρέμβασης στην καθημερινή σχολική ζωή, στη γενική «ατμόσφαιρα» λειτουργίας του σχολείου. Το αποτέλεσμα είναι:
α) Μια σειρά καινοτομιών που ξεκίνησαν με καλές προϋποθέσεις (π.χ. εισαγωγή ευέλικτης ζώνης στα αναλυτικά προγράμματα) να αφυδατωθούν στην πορεία λόγω της σύγκρουσής τους με τη ζώσα εκπαιδευτική πραγματικότητα.
β) Απο-επαγγελματοποίηση (με ευθύνη της πολιτείας) των εκπαιδευτικών, που τους οδηγεί σε αδράνεια και παθητικοποίηση.

Έτσι σήμερα η καθημερινή σχολική ζωή χαρακτηρίζεται από έλλειψη συνεργασίας μεταξύ των εκπαιδευτικών, των μαθητών, αλλά και μεταξύ των εκπαιδευτικών και των μαθητών ή των εκπαιδευτικών και των γονέων, συνολικά όλων με την τοπική κοινωνία. Η σχολική πύλη είναι αδιαπέραστο όριο μεταξύ του σχολείου και της τοπικής κοινωνίας. Η κατάσταση αυτή, με ελάχιστες μόνο εξαιρέσεις που οφείλονται στον ηρωισμό και μόνο κάποιων εκπαιδευτικών, κάνει τον σχολικό χρόνο ατέλειωτο, τον σχολικό χώρο εχθρικό, τη διδασκαλία αποκλειστική δραστηριότητα της σχολικής ζωής και τη μάθηση αγγαρεία.

Προτείνω να εισαχθεί ένα πλέγμα μέτρων που:
α) θα εμπιστεύεται τον εκπαιδευτικό ως επαγγελματία αναθέτοντάς του κρίσιμες αποφάσεις για την καθημερινή του εργασία (επιλογή διδακτικού υλικού, διάθεση μέρους του διδακτικού χρόνου, οργάνωση της διδασκαλίας κτλ.)·
β) θα δημιουργεί τις προϋποθέσεις εσωτερικής διαβούλευσης των μελών της σχολικής κοινότητας για κρίσιμα θέματα οργάνωσης του σχολείου (π.χ., συντονισμός της διδασκαλίας και της αξιολόγησης από ομάδες εκπαιδευτικών ομοειδών ειδικοτήτων, κοινές πρωτοβουλίες εκπαιδευτικών- γονέων και μαθητών για κοινωνική προσφορά στην κοινότητα)·
γ) θα δίνει κίνητρα (μισθολογικά και υπηρεσιακά) στους εκπαιδευτικούς ώστε να εισάγουν καινοτομίες στα σχολεία που εργάζονται (π.χ., χρήση νέων τεχνολογιών στη διδασκαλία τους, ανάπτυξη πρωτότυπων εφαρμογών σε συνεργασία με τους μαθητές, καινοτομικά προγράμματα σύνδεσης του σχολείου με την κοινότητα)·
δ) θα ενθαρρύνει τα σχολεία να συνεργάζονται σε τοπικά και περιφερειακά δίκτυα για την κάλυψη κοινών τους αναγκών (π.χ., επιμόρφωση εκπαιδευτικών, ανταλλαγή διδακτικών μέσων και πόρων), καθώς και για τη διασπορά καλών πρακτικών και καινοτομιών·
και ε) θα επιβάλλει τη διάχυση της πληροφόρησης για τις δραστηριότητες της κάθε σχολικής μονάδας σε κάθε τοπική κοινωνία μέσα από ένα οργανωμένο σύστημα κοινωνικής λογοδοσίας.

Αυτού του είδους οι αλλαγές μπορούν να αλλάξουν την εικόνα της σημερινής ομοιόμορφης και χωρίς πλουραλισμό σχολικής ζωής. Στη θέση της θα προκύψουν σχολεία με ισχυρή ταυτότητα, πλούσια εσωτερική ζωή (πέρα από το συμβατικό μάθημα, με δράσεις αθλητικές, πολιτιστικές, κοινωνικές κτλ.) και ισχυρούς δεσμούς με τις τοπικές κοινότητες.

Οι αλλαγές αυτές έχουν ως απαραίτητη προϋπόθεση τη νομιμοποίησή τους από την κοινωνία των πολιτών, η οποία πρέπει να απομακρυνθεί από τις ακραίες αντιλήψεις που έχουν επικρατήσει τα τελευταία χρόνια ότι η απόλυτη ομοιομορφία του εκπαιδευτικού μας συστήματος διασφαλίζει «δήθεν» την κοινωνική του δικαιοσύνη (πράγμα που όλοι σήμερα ξέρουν ότι δεν ισχύει), καθώς και ότι «το σχολείο δεν μπορεί να κάνει τίποτε» αφού απλώς αναπαράγει τις κοινωνικές αντιθέσεις (μόνο που αλλού αυτό το κάνει περισσότερο και αλλού λιγότερο).

Θα κλείσω τονίζοντας ότι η βελτίωση του εκπαιδευτικού συστήματος δεν εξασφαλίζεται χωρίς την ολοκληρωμένη γνώση όλων των στοιχείων που το συγκροτούν και επιτρέπουν την ανάλυση και μελέτη του. Βασική προϋπόθεση μιας τέτοιας προσπάθειας είναι η αποτύπωση (απογραφή- συσχέτιση – μελέτη) των κύριων παραμέτρων που συνιστούν την ταυτότητα των σχολικών μονάδων. Η παροχή ολοκληρωμένης, επίκαιρης και αξιόπιστης πληροφόρησης σχετικά με τα δεδομένα, τη λειτουργία και τα επιτεύγματα του εκπαιδευτικού συστήματος σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο είναι απαραίτητη.

Η προσπάθεια του Κέντρου Εκπαιδευτικής Έρευνας («Αποτύπωση του εκπαιδευτικού συστήματος στο επίπεδο των σχολικών μονάδων») αποτέλεσε την πρώτη ολοκληρωμένη απόπειρα συγκρότησης ενός πλήρους και ενιαίου συστήματος άντλησης και επεξεργασίας της πληροφορίας, ενός πλήρους «εκπαιδευτικού χάρτη» της χώρας, στην οποία μάλιστα ήταν ενσωματωμένοι μηχανισμοί της ετήσιας επικαιροποίησής τους. Σήμερα δυστυχώς η προσπάθεια αυτή έχει εγκαταλειφθεί.

του Βασίλη Κουλαϊδή, Καθηγητή Πανεπιστημίου Πελοποννήσου ΒΗΜΑ ΙΔΕΩΝ

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: