Αρχική > παιδαγωγικά > Αναφορά στην ιστορία της νεοελληνικής εκπαίδευσης 1ο μέρος

Αναφορά στην ιστορία της νεοελληνικής εκπαίδευσης 1ο μέρος

10/12/2009

Του Γιάννη Σαλονικίδη, δασκάλου

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ [1]
Προς το τέλος του 17ου αιώνα, σημειώνεται στη Δυτική Ευρώπη ζωηρή πνευματική κίνηση, για να λυτρωθεί το ανθρώπινο πνεύμα από τις προλήψεις ,τις δεισιδαιμονίες, την αυθεντία του κράτους και της εκκλησίας (απολυταρχία) και να επικρατήσει ο ορθός λόγος, το κριτικό πνεύμα, η πνευματική ελευθερία, η ανεξιθρησκία και ο σεβασμός της αξιοπρέπειας του κάθε ανθρώπου. Η κίνηση αυτή ονομάστηκε «Διαφωτισμός».

Οι ιδέες αυτές έφτασαν και στον τουρκοκρατούμενο ελληνικό χώρο, όταν οι συνθήκες ήταν κατάλληλες. Τέτοιες συνθήκες δημιουργήθηκαν στις αρχές του 18ου αιώνα με την ανάθεση σε ελληνικά χέρια της εξουσίας των παραδουνάβιων ηγεμονιών, αλλά και αργότερα με τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774). Αυτή, λοιπόν, η περίοδος μπορεί να οριστεί ως η περίοδος του «Νεοελληνικού Διαφωτισμού», που τελειώνει με την έναρξη της ελληνικής Επανάστασης(1821).

Οι περιοχές στις οποίες αρχικά εκδηλώθηκε ήταν τα μεγάλα κέντρα ακμής του ελληνικού στοιχείου, όπου υπήρχαν ανώτερες σχολές και ακαδημίες (Σμύρνη, Ιωάννινα, Χίος, Άθως, Βουκουρέστι, Ιάσιο…) και ελληνικά τυπογραφεία (Βενετία, Βιέννη, Λειψία, Άμστερνταμ, Παρίσι, Κωνσταντινούπολη, Βουκουρέστι). Στις ίδιες περιοχές η οικονομική ανάπτυξη ήταν πρωτόγνωρη με αποτέλεσμα να γνωρίσει μεγάλη άνθηση και η παιδεία. Έτσι οι Έλληνες έμποροι και λόγιοι θα έρθουν σε επαφή με το ευρωπαϊκό πνεύμα, ενώ τα έργα του Λοκ, του Καρτέσιου, του Ρουσσώ, του Λάιμπνιτς, του Βολτέρου θα μεταφραστούν στα ελληνικά, λίγο μετά την κυκλοφορία τους στην Ευρώπη.

Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός, όπως και ο δυτικοευρωπαϊκός, πολεμάει το πολιτικό, κοινωνικό και θρησκευτικό κατεστημένο, ζητάει παιδεία για όλους και απαλλαγή του ανθρώπου από την πρόληψη και τη δεισιδαιμονία. Έχει όμως δυο σημαντικές διαφορές απ’ αυτόν.

Κύριος σκοπός του ελληνικού διαφωτισμού είναι η απελευθέρωση του Έθνους που θα επιτευχθεί με μέσο την Παιδεία του Έθνους. Η παιδεία είναι αυτή που θα φέρει την ελευθερία, «ενώ η έλλειψή της είναι η αιτία όλων των κακών» (Κοραής, 1818).

Η άλλη διαφορά είναι πως η ελληνική διαφώτιση υπήρξε έργο μεμονωμένων προσωπικοτήτων, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε στην υπόλοιπη Ευρώπη, όπου η κοσμική εξουσία υιοθετούσε τα συνθήματα του διαφωτισμού και προσάρμοζε σ’ αυτά τη διοίκηση ή τον κατεύθυνε η ίδια για να εξυπηρετεί τους σκοπούς της.

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι θέσεις των κυριότερων εκπροσώπων του ελληνικού διαφωτισμού για την Παιδεία του Έθνους και ιδιαίτερα για τη γλώσσα που πρέπει αυτή να χρησιμοποιεί.

Ο Ευγένιος Βούλγαρης (1716-1806), κληρικός και λόγιος είναι περισσότερο γνωστός για τη «Λογική» του (1776). Πίστευε στην πειραματική μέθοδο της επιστήμης και κήρυσσε την ανεξιθρησκία. Αν και ήταν προοδευτικός στην αρχή, πέρασε αργότερα στον συντηρητισμό και έγινε εχθρός των νέων φιλοσοφικών ιδεών. Στο γλωσσικό τομέα στάθηκε αντίθετος σε κάθε ανανέωση και έγραψε στην αρχαΐζουσα.
Αντίθετα ο Ιώσηπος Μοισιόδαξ (1725-1800) είναι συνεπής εκπρόσωπος του διαφωτισμού. Γεννήθηκε στις παραδουνάβιες ηγεμονίες και στην αρχή ήταν μαθητής του Βούλγαρη. Σπούδασε φιλοσοφία, μαθηματικά και φυσικές επιστήμες στην Πάδοβα. Σ’ αυτόν χρωστούμε το πρώτο δοκίμιο για την εκπαίδευση του διαφωτισμού. Το δοκίμιό του («Παιδαγωγική») δείχνει ότι επηρεάστηκε από τις παιδαγωγικές αντιλήψεις του Λοκ και ιδιαίτερα σε όσα αναφέρονται στην επιλογή των δασκάλων, τις σχέσεις των γονέων με τους δασκάλους, πώς να γίνονται ελκυστικά τα μαθήματα και πώς να αντιμετωπίζονται η αγένεια, η ψευτιά και η ανοησία. Ο Μοισιόδαξ δεν εμπιστεύεται καμιά φιλοσοφία που δεν υπόσχεται τίποτα όσον αφορά τη βελτίωση του ατόμου και της κοινωνίας. Πίστευε στην ομιλούμενη γλώσσα και καταδικάζει την αρχαιολατρία του Βούλγαρη. Οι ιδέες του προκάλεσαν ισχυρές αντιδράσεις των συντηρητικών κύκλων. Τις απόψεις του, παιδαγωγικές και γλωσσικές εκθέτει στην «Απολογία» του.

Ο Δημήτριος Καταρτζής (1725-1807) ήταν από τις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες της εποχής του. Έφτασε μάλιστα να γίνει μεγάλος λογοθέτης της Βλαχίας. Οι απόψεις του για την παιδεία και τη γλώσσα ήταν: καθολικό όργανο η δημοτική, σύνδεση με τα ζωντανά στοιχεία της αρχαίας και με τη δυτική παιδεία στις πιο προοδευτικές της εκφάνσεις, εγκυκλοπαιδισμός σε αντίθεση με την παραδοσιακή γραμματική διδασκαλία. Τις θέσεις του ακολούθησαν με μικρές ή μεγαλύτερες αποκλίσεις ο Ρήγας Φεραίος, ο Δανιήλ Φιλιππίδης και ο Γρηγόριος Κωσταντάς. Ο ίδιος υποχρεώθηκε σε συμβιβασμό και στα 1791 συντάσσει μια γραμματική της απλής καθαρεύουσας.

Ο Βενιαμίν Λέσβιος (1762-1824) σπούδασε στην Πίζα και στο Παρίσι μαθηματικά και φυσική. Κλείνει περισσότερο προς τον εμπειρισμό του Λοκ. Ο ίδιος δίδαξε στην σχολή των Κυδωνίων φιλοσοφία, μαθηματικά και φυσική. Ο Βενιαμίν παίρνει θέση κατά της παραδοσιαρχίας. Στο έργο του «Στοιχεία μεταφυσικής» αναπτύσσει θεωρίες για την ύπαρξη σωμάτων, αλήθειας, κόσμων και για το ρόλο που παίζουν οι αισθήσεις στη γνώση. Είναι πολέμιος της γραμματικής, της ρητορικής και της ποιητικής, ενώ υμνεί τα μαθηματικά. Οι «αντιδραστικοί» τον κατηγόρησαν για αθεϊσμό και είπαν ότι εισάγει καινά δαιμόνια με τις επιστημονικές του απόψεις.

Κύριος εκπρόσωπος του Νεοελληνικού Διαφωτισμού είναι ο Αδαμάντιος Κοραής (1748-1833). Οι θέσεις του Κοραή για την παιδεία αποτελούν μια σύνθεση των παιδαγωγικών θεωριών όλων των στοχαστών αυτής της περιόδου (Μοισιόδακα, Ψαλίδα, Βενιαμίν, Φιλιππίδη, Κωνσταντά). Όλοι αυτοί συμφωνούν στο εξής: η ελληνική σκέψη πρέπει πρώτα να περάσει μια διαδικασία μαθητείας με σκοπό την αφομοίωση της σκέψης άλλων λαών. Οι Έλληνες δεν είναι υποχρεωμένοι να αρχίσουν απ’ το μηδέν, αφού μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη σοφία και τις ανακαλύψεις των άλλων. Όλοι, επίσης, συμφωνούν ότι υπάρχουν δύο πηγές για την αναδιαπαιδαγώγηση των Ελλήνων: οι σύγχρονοι Ευρωπαίοι λόγιοι, επιστήμονες και φιλόσοφοι και ο ελληνικός πολιτισμός.

Η φιλοσοφική θεωρία του Κοραή για την παιδεία θεωρείται η πρώτη σοβαρή προσπάθεια για την συγκρότηση μιας παιδαγωγικής θεωρίας, σύμφωνης με τις ανάγκες της νεότερης Ελλάδας. Αυτό φαίνεται από τα βασικά σημεία της θεωρίας του που διαγράφονται ως εξής: [2]
– Ο Κοραής πιστεύει ότι η επίτευξη της ελευθερίας είναι αρκετά μεγάλο κατόρθωμα, αλλά η διατήρησή της ακόμα μεγαλύτερο. Η διχόνοια είναι σοβαρότερος εχθρός από τους Τούρκους.
– Οι Έλληνες στοχαστές είναι ανίκανοι να διατυπώσουν τους απαιτούμενους παιδαγωγικούς στόχους, γιατί βρίσκονται και οι ίδιοι σε σύγχυση, όσον αφορά τις βασικές αρχές.
– Μόνο η συνεπής επεξεργασία του νοήματος τεσσάρων βασικών εννοιών της πολιτικής θεωρίας (ευτυχία, αρετή, δίκαιο, ελευθερία) θα μας βοηθήσουν να βγούμε απ’ το αδιέξοδο.

Για να επιτευχθούν αυτές οι τέσσερις αρχές χρειάζεται μετριοπάθεια. Μετριοπάθεια στην επιδίωξη της ευχαρίστησης, σεβασμός στην ισότητα και πνεύμα συνεργασίας. Για τη γλώσσα η θέση του Κοραή είναι η εξής: «Η γλώσσα μας δεν είναι ούτε βαρβάρων γλώσσα ούτε αρχαία, αλλά μια νέα γλώσσα ενός νέου έθνους. Είναι η κόρη και η κληρονόμος του πλούσιού της προγόνου».[3]

Η γλώσσα αυτή θα ήταν τέτοια που θα την καταλαβαίνει ο λαός, αλλά δε θα προκαλεί την αντίδραση των μορφωμένων τάξεων. Ο Κοραής κατόρθωσε να βρει μια μέση οδό – να πετύχει ένα συμβιβασμό, που όμως δεν κράτησε για πολύ.

Όλες οι παραπάνω απόψεις των εκπροσώπων του Νεοελληνικού Διαφωτισμού δέχτηκαν επιθέσεις ήπιες ή σφοδρές από τρία κοινωνικά σύνολα: την Εκκλησία, τους Φαναριώτες και τους προεστούς.

Η Εκκλησία διαπιστώνει πως χάνει τη δύναμή της και αντιδρά στις νεωτεριστικές αντιλήψεις, όταν μάλιστα πολλές απ’ αυτές στηρίζονται στη «Νευτώνεια Φυσική». Είναι αντίθετη και στους ξένους και στους αρχαίους. Με αποδοκιμασίες και επίσημες εκκλησιαστικές πράξεις προσπαθεί να ελέγξει την εξάπλωση των νέων ιδεών. Είναι χαρακτηριστικές οι προσπάθειές της να τυπώνονται όλα τα βιβλία στο τυπογραφείο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, οι αποφάσεις για επιβολή λογοκρισίας κλπ.

Οι Φαναριώτες απ’ την πλευρά τους, όταν εδραίωσαν την εξουσία τους προσπάθησαν να προάγουν και όσους ήταν εξαρτημένοι απ’ αυτούς (Δεσποτικός διαφωτισμός). Όταν όμως άρχισαν να δημιουργούνται κινήματα που είτε τους αγνοούν είτε στρέφονται εναντίον τους, τότε λαμβάνουν θέσεις πιο κοντά προς την συντήρηση. Έτσι εξηγείται και η μεταστροφή στις ιδέες ορισμένων εκπροσώπων του διαφωτισμού, όπως για παράδειγμα του Δημήτριου Καταρτζή.

Τέλος, οι προεστοί αντιδρούν κι αυτοί αναλόγως, καθώς βλέπουν να θίγονται κεκτημένα δικαιώματα και εξουσίες τους από τις νέες ιδέες που διασπείρει ο διαφωτισμός.
Ως αποτέλεσμα αυτής της αντιπαράθεσης, των διαφωτιστών από τη μία και των συντηρητικών από την άλλη, έχουμε τη δημιουργία αντιμαχόμενων παρατάξεων που μετά την απελευθέρωση μετατρέπονται αρκετές φορές σε πολιτικά σχήματα. Η αντιπαλότητα αυτή θα περάσει και στην εκπαίδευση, αφού κάθε προσπάθεια εκσυγχρονιστική θα προσκρούει στις δυνάμεις της συντήρησης, όπως αυτές μετεξελίσσονταν με την πάροδο των ετών.

Την περίοδο του διαφωτισμού διάφορες προσωπικότητες με σχετικά ομοιογενείς παιδαγωγικές, γλωσσικές και φιλοσοφικές απόψεις εργάζονται πάνω σ’ ένα κοινό σκοπό. Να διαπλάσουν ανθρώπους και να τους προετοιμάσουν για την εθνική ανεξαρτησία. Αυτή η φιλοσοφία για την παιδεία ήταν στενά συνδεδεμένη με τις κοινωνικές ανάγκες και βλέψεις της συγκεκριμένης εποχής.

Για πρώτη φορά στην ελληνική ιστορία η παιδεία γίνεται συνώνυμη της αρετής. Σε όλα τα τους κείμενα, οι στοχαστές αυτοί τονίζουν την απελευθερωτική δύναμη της γνώσης – απελευθερωτική και απ’ την αμάθεια και απ’ τις αλυσίδες της σκλαβιάς. «Δράξασθε παιδείας», ήταν το σύνθημα του Κοραή.

Πρόβλημα όμως δημιουργήθηκε εξαιτίας του διπλού προσανατολισμού του διαφωτισμού. Δηλαδή, του δυτικού πολιτισμού και του αρχαίου κόσμου. Έτσι έχουμε αντιθέσεις με ισχυρές επιπτώσεις στο γλωσσικό ζήτημα. Παρά τις καλές τους προθέσεις οι λόγιοι του διαφωτισμού δεν μπόρεσαν να λύσουν το γλωσσικό πρόβλημα, που θα ταλαιπωρήσει για έναν και πλέον αιώνα την ελληνική παιδεία.

Το γεγονός είναι ότι η ελληνική διαφώτιση με τα συνθήματά της για την εκπαίδευση πολέμησε την αμάθεια, γνώρισε στο Έθνος την πρόοδο των δυτικο-ευρωπαίων στις φυσικές και τεχνικές επιστήμες, του χάρισε πίστη, θάρρος και αισιοδοξία για το μέλλον του και το προετοίμασε ψυχικά για τον μεγάλο απελευθερωτικό αγώνα.

Η επανάσταση που θα ακολουθήσει θα διακόψει όλες τις πνευματικές προσπάθειες, γιατί οι ανάγκες, αρχικά του αγώνα και έπειτα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, εστιάστηκαν σε οργανωτικά και διοικητικά ζητήματα, ενώ πολιτικές έριδες έστρεψαν την προσοχή όλων σε μια πνευματικά στείρα αντιπαράθεση.


[1] Για την περίοδο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού χρησιμοποιήθηκε η παρακάτω βιβλιογραφία
α. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τομ. ΙΑ΄, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1975, σελ. 328-359
β. Ελλάδα. Ιστορία και Πολιτισμός, τομ. 5ος, Μαλλιάρης-Παιδεία, Αθήνα 1995, σελ.194-201
γ. Π. Κιτρομηλίδη, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1996
δ. Θ. Γέρου, Η ελληνική παιδεία, Μαλλιάρης-Παιδεία, Θεσσαλονίκη 1996
[2] Θ. Γέρου, Η ελληνική παιδεία, Μαλλιάρης-Παιδεία, Θεσσαλονίκη 1996, σελ.174-175
[3] Θ. Γέρου, Η ελληνική παιδεία, Μαλλιάρης-Παιδεία, Θεσσαλονίκη 1996, σελ. 176


1821 – 1827

Οι κήρυκες του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, μ’ επικεφαλής τον Αδαμάντιο Κοραή, θεωρούν το φωτισμό του Γένους απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάστασή του αρχικά κι έπειτα για την αξιοποίηση της ελευθερίας που θα κερδιζόταν με τα όπλα. Μόνο με την εκπαίδευση θα αποβάλλονταν τα ελαττώματα της περιόδου της τουρκοκρατίας. Υπήρχαν όμως κάποιοι κύκλοι που ήθελαν «να την παραστήσωσιν ως επιβλαβή εις τον κοινωνικόν βίον».

Αν και στο πρώτο συνταγματικό κείμενο της Επανάστασης του ’21 δεν υπάρχουν ειδικά άρθρα για την εκπαίδευση, οι επαναστάτες αναθέτουν στον πρώτο υπουργό Εσωτερικών καθήκοντα για την εκπαίδευση[1] αναφέροντας μάλιστα και τη διδακτική μέθοδο που θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί για την εκπαίδευση των Ελλήνων. Η μέθοδος αυτή είναι η αλληλοδιδακτική.[2]

Η μέθοδος αυτή προτιμήθηκε γιατί είχε κυρίως: α) οικονομικά πλεονεκτήματα (αφού ένας δάσκαλος δίδασκε εκατοντάδες μαθητές βοηθούμενος απ’ τους πιο προχωρημένους μαθητές) και β) αποτελούσε όπλο για την καταπολέμηση κάθε μορφής τυραννίας, γιατί το παιδί μάθαινε από νωρίς να διεκδικεί τα δικαιώματά του. Η μέθοδος αυτή κυριάρχησε στην ελληνική εκπαίδευση ως το 1877, οπότε αντικαταστάθηκε από τη «συνδιδακτική» (ο δάσκαλος είναι ο «άρχοντας» της τάξης). Εύκολα γίνεται κατανοητός κι ο λόγος για τον οποίο μνημονεύεται η αλληλοδιδακτική μέθοδος στο σύνταγμα του 1823, που είναι το πρώτο ελληνικό σύνταγμα με ειδική αναφορά για την εκπαίδευση.[3]

Μέσα στο 1824, ενώ η Επανάσταση περνά δύσκολες ώρες, έγινε λόγος για τρεις βαθμίδες εκπαίδευσης (κατώτερη, μέση, ανώτερη), ενώ επαναλαμβάνεται η ανάγκη να εξουδετερωθούν οι δυνάμεις που βλέπουν με δυσπιστία τη διάδοση της εκπαίδευσης, γιατί απειλεί τα συμφέροντά τους. Οι περιστάσεις όμως δεν επιτρέπουν την εφαρμογή του συστήματος κι έτσι η επιτροπή των βουλευτών που έχει συντάξει την σχετική εισήγηση περιορίζεται στη διατύπωση, ότι η αλληλοδιδακτική μέθοδος είναι αυτή που προς το παρόν μπορεί να εφαρμοσθεί για το καλό της Ελλάδας και των μαθητών. (Εφημερίδα, Φίλος του Νόμου, 14 Ιουλίου 1824)

Την ίδια χρονιά συστήθηκε πενταμελής επιτροπή, με τη συμμετοχή του Άνθιμου Γαζή για να μελετήσει τα εκπαιδευτικά πράγματα. Η επιτροπή πρότεινε την ίδρυση δημοτικών σχολείων σε όλα τα χωριά, λύκεια στις πρωτεύουσες των νομών, ένα πανεπιστήμιο μ’ όλες τις σχολές κι ένα διδασκαλείο στο Άργος. Τελικά ιδρύθηκε ένα μόνο κεντρικό αλληλοδιδακτικό σχολείο στο Άργος.

Η Διοίκηση προσπαθεί να οργανώσει την εκπαίδευση. Υπουργός Παιδείας δεν υπάρχει και τις σχετικές ευθύνες έχει ο υπουργός Εσωτερικών. Αλλά η ανάγκη για την ύπαρξη εκτελεστικού οργάνου οδηγεί στο διορισμό ενός «Εφόρου της παιδείας και ηθικής ανατροφής των παίδων». Στη θέση αυτή τοποθετούνται, με τη σειρά, ο Θεόκλητος Φαρμακίδης και ο Γ. Κωσταντάς[4] (εκπρόσωποι του διαφωτισμού).

Το 1825 ιδρύεται παρθεναγωγείο στην Αθήνα από την «Φιλόμουσο Εταιρεία», με πρώτο διευθυντή το Νεόφυτο Νικητόπουλο, δάσκαλο από τη Δημητσάνα. Το γεγονός αυτό είναι πολύ σημαντικό, γιατί έχουμε ένα πρώτο παράδειγμα για την μόρφωση των γυναικών και μάλιστα της πρώτης γενιάς που θα ζούσε ελεύθερη.
Στο σύνταγμα του 1827 τα άρθρα που αναφέρονται στην εκπαίδευση προβλέπουν ότι οι Έλληνες έχουν δικαίωμα να ιδρύουν σχολεία και να επιλέγουν δασκάλους, για να μορφώνονται (άρθρο 20) και ότι η Βουλή επαγρυπνεί για τη δημόσια εκπαίδευση.[5]


Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι η γενιά των αγωνιστών είχε ξεκαθαρισμένες εκπαιδευτικές αντιλήψεις που συνοψίζονται στα παρακάτω: α) εκπαιδευτικό σύστημα τριών βαθμίδων, β) υποχρεωτική εκπαίδευση, δωρεάν στην κατώτερη βαθμίδα και γ) η παιδεία αποβλέπει στο φωτισμό και τη διάπλαση ικανών πολιτών. Παράλληλα φαίνονται και οι αντιδράσεις αυτών που εναντιώνονται στις προσπάθειες αυτές, γιατί διακυβεύονται τα συμφέροντά τους.


[1] Α. Δημαρά, Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε, Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1986, τομ. Β΄, παρ. Α, σελ. 303
[2] Όπως παραπάνω, τομ. Α΄, κδ΄
[3] Όπως παραπάνω, τομ. Β΄, παρ. Α, σελ. 304
[4] Α. Δημαρά, Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε, Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1986, τομ. Α΄, κς΄
[5] Όπως παραπάνω, τομ. Β΄, παρ. Α, σελ. 304-305


1828 – 1853

Με τον ερχομό του Ιωάννη Καποδίστρια όλα όσα είχαν οραματισθεί οι Έλληνες στα χρόνια του Αγώνα διαψεύδονται. Ο ίδιος δίνει στην εκπαίδευση αυστηρό χαρακτήρα. Ιδρύει ένα ορφανοτροφείο στην Αίγινα, εκκλησιαστική σχολή στον Πόρο, στρατιωτική στο Ναύπλιο, γεωργική στην Τίρυνθα και Κεντρικό Σχολείο (για την προετοιμασία των δασκάλων) στην Αίγινα.

Η εκπαιδευτική του πολιτική όπως εκφράζεται στο ψήφισμα ΙΑ΄ της εθνοσυνέλευσης του Άργους (Αύγουστος 1829) είναι μεν πρακτική, αλλά έχει και σοβαρές ελλείψεις. Δεν αναφέρεται στη μέση εκπαίδευση, ούτε καθορίζει τον τύπο των σχολών για την ανώτερη εκπαίδευση. Παράλληλα συντάσσονται σχολικοί κανονισμοί, που προβλέπουν αυστηρότητα και σκληραγωγία.

Όπως ήταν αναμενόμενο η διάψευση των προσδοκιών για καλυτέρευση της κατάστασης στην εκπαίδευση δημιούργησε ένα γενικό κλίμα απογοήτευσης, το οποίο οδήγησε στην εκδήλωση αντιδράσεων στο Κεντρικό Σχολείο της Αίγινας με άσχημα παρατράγουδα.[1]
Μετά το θάνατο του Ι. Καποδίστρια, το «Ηγεμονικό Σύνταγμα» του 1832 ξαναγυρίζει στις εκπαιδευτικές αντιλήψεις των πρώτων χρόνων του Αγώνα.[2]

Σημαντικότερη και διαρκέστερη σε αποτελέσματα ήταν η εκπαιδευτική πολιτική της Αντιβασιλείας. Στο διάταγμα της 6ης/18ης Φεβρουαρίου 1834 ρυθμίζονται τα σχετικά με την κατώτερη βαθμίδα εκπαίδευσης (δημοτικό ή σχολείο του λαού). Προβλεπόταν επτάχρονη πρωτοβάθμια εκπαίδευση, ίδρυση δημοτικών σχολείων σε όλους τους δήμους, ορίζονταν τα μαθήματα του δημοτικού, ενώ γινόταν λόγος για τα καθήκοντα των δασκάλων, για έδρες επιθεωρητών, για διδασκαλείο, για πρότυπο σχολείο, για γενικό επιθεωρητή όλων των σχολείων κλπ.[3]

Ακολουθεί μια σειρά διαταγμάτων (1836-1837) που καθορίζουν τα σχετικά με τη μέση και ανώτερη παιδεία. Τα διατάγματα αυτά επιτρέπουν τη δημιουργία ιδιωτικών σχολείων, προβλέπουν την ίδρυση διδασκαλείου, ρυθμίζουν τις λεπτομέρειες λειτουργίας των σχολείων μέσης εκπαίδευσης (ελληνικό σχολείο και γυμνάσιο)[4], ιδρύουν το «Σχολείο Αρχιτεκτονικής» και έχουν πρόβλεψη για την ίδρυση πανεπιστημίου. Πάντως τα σχετικά με την ίδρυση του πανεπιστημίου ρυθμίστηκαν με το διάταγμα της 14ης Απριλίου 1837. Το πανεπιστήμιο ονομάστηκε «Οθώνειο» (αργότερα «Εθνικό και Καποδιστριακό») και είχε 4 σχολές αρχικά: Θεολογική, Νομική, Ιατρική και Φιλοσοφική.[5]

Αρχιτέκτονας της εκπαιδευτικής πολιτικής της Αντιβασιλείας ήταν ο G. Maurer. Το σύστημα χαρακτηρίζεται από συγκεντρωτισμό. Εξωτερικά ήταν άρτιο και διατηρήθηκε αμετάβλητο (με ορισμένες προσθήκες το 1857) ως το 1929.

Η λειτουργία του συστήματος τα επόμενα χρόνια δε φαίνεται να ικανοποίησε. Αυτό βεβαιώνεται απ’ την δραστηριότητα των ιδιωτικών φορέων εκπαίδευσης. Το 1836 ιδρύθηκε η «Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία», το 1843 το Βαρβάκειο, το 1849 το «Ελληνικόν Εκπαιδευτήριον». Τα προγράμματα είχαν κλασική κατεύθυνση (επίσημη γραμματική για τα δημοτικά ήταν η γραμματική της αρχαίας), ενώ οι φοιτητές διαμαρτύρονταν για την κατάσταση στο πανεπιστήμιο.[6]


Η εκπαιδευτική πολιτική του Καποδίστρια είχε σαν σκοπό: α) την λαϊκή παιδεία, δηλαδή, την καλλιέργεια της ανάγνωσης, της γραφής και της πρακτικής αριθμητικής στις πλατιές μάζες του λαού, β) την επαγγελματική εκπαίδευση, όπως φαίνεται από τις σχολές που ο ίδιος ίδρυσε. Με τη δολοφονία του όλα σταματούν.
Έτσι οδηγείται η ελληνική εκπαίδευση στους Βαυαρούς οι οποίοι την οργανώνουν σύμφωνα με τα δικά τους πρότυπα. Αυτό φαίνεται απ’ τη δομή, την οργάνωση, τους στόχους κλπ. που ορίζουν για την εκπαίδευση. Ταυτόχρονα εδραιώνεται ο κλασικισμός και η αριστοκρατική παιδεία που οδήγησαν στην αρχαιολατρία και την επιβολή της αρχαΐζουσας γλώσσας σε βάρος της δημοτικής.[7]
Ένα άλλο σημείο άξιο προσοχής είναι η βαρύτητα που έδωσαν οι Βαυαροί στη μέση εκπαίδευση. Αυτό ερμηνεύεται ως μια προσπάθεια για τη δημιουργία μιας αφοσιωμένης σ’ αυτούς κοινωνικής τάξης την οποία θα αποτελούσαν απόφοιτοι γυμνασίου (για τη στελέχωση του κρατικού μηχανισμού) και πτυχιούχοι του Οθώνειου πανεπιστημίου (για τις ανώτερες κρατικές θέσεις).
Αν ψάξουμε για τα θετικά της περιόδου αυτής θα μπορούσαμε να αναφέρουμε τη δωρεάν παιδεία (ως ένα βαθμό), την καθιέρωση της υποχρεωτικής πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και τη δημοκρατική δομή του εκπαιδευτικού συστήματος.


[1] Α. Δημαρά, Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε, Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1986, τομ. Α΄, κη΄- κθ΄
[2] Όπως παραπάνω, τομ. Β΄, παρ. Α, σελ. 305-306
[3] Σ. Μπουζάκη, Νεοελληνική Εκπαίδευση, Gutenberg, Αθήνα 1991, σελ. 37
[4] Α. Δημαρά, Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε, Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1986, τομ. Α΄, κθ΄
[5] Σ. Μπουζάκη, Νεοελληνική Εκπαίδευση, Gutenberg, Αθήνα 1991, σελ. 38-39
[6] Α. Δημαρά, Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε, Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1986, τομ. Α΄, σελ. 115-116
[7] Σ. Μπουζάκη, Νεοελληνική Εκπαίδευση, Gutenberg, Αθήνα 1991, σελ. 41. Ο Δ. Γληνός θα ασκήσει έντονη κριτική για την επιβολή αυτή: «Τον δίδαξαν (τον λαό) πως για να ζήσει, να γίνει μεγάλος και δοξασμένος σαν τους μεγάλους και δοξασμένους προγόνους του, πρέπει να ξαναζωντανέψει τις φόρμες της ζωής τους. Ανάσταση του αρχαίου Πολιτισμού! Στη νεότερη Αθήνα θα ξαναπερπατήσουν Σωκράτηδες και Πλάτωνες, Φειδίες… Αρκεί να ξαναγράψουμε και να ξαναμιλήσουμε την αρχαία γλώσσα»…


1854 – 1894

Το 1854 συντάσσεται ο Εσωτερικός κανονισμός των Γυμνασίων και Ελληνικών σχολείων, που συμπληρώνει το διάταγμα της 31ης Δεκεμβρίου 1836 για τη μέση εκπαίδευση. Οι τάσεις της εποχής είναι: φροντίδα για την εξασφάλιση ομοιομορφίας στις γνώσεις που δίνει το σχολείο, το θέμα της γλωσσικής διδασκαλίας (εξακολουθεί να στηρίζεται στη γραμματική της αρχαίας ελληνικής) και η επαγγελματική κατάρτιση. [1] Τα πολιτικά θέματα απασχολούν όλους και περισσότερους.

Έτσι το 1859 ξεσπούν τα «Σκιαδικά», στα οποία μαθητές και φοιτητές θέλοντας να δείξουν την αντίθεση και περιφρόνησή τους στην προκλητική σπατάλη των αρχόντων αποφασίζουν να φορούν φτηνά ψάθινα καπέλα (σκιάδια). Μια σειρά αδέξιων χειρισμών και τυχαίων συμβάντων οδηγούν σε εκτεταμένα επεισόδια με συμμετοχή της αστυνομίας, ξυλοδαρμούς καθηγητών, διακοπή μαθημάτων κλπ. [2]
Ακολουθεί η έξωση του Όθωνα (1862) που γέννησε ελπίδες για αλλαγές. Μέσα σ’ ένα κλίμα ευφορίας και ενθουσιασμού η κυβέρνηση αναγνωρίζει τη συμβολή του πανεπιστημίου στην επανάσταση («Το πανεπιστήμιον παρήγαγε την επανάστασιν») και αποφασίζει τη στρατιωτική οργάνωση των φοιτητών, το δικαίωμα να εκλέγουν οι φοιτητές δικό τους βουλευτή και την εισαγωγή της γυμναστικής στα γυμνάσια. [3] Ανατίθεται σε ειδική επιτροπή να μελετήσει το εκπαιδευτικό πρόβλημα και παράλληλα γίνεται η διαπίστωση ότι η λειτουργία των δημοτικών σχολείων είναι προβληματική. Υπεύθυνο γι’ αυτήν την κατάσταση θεωρείται το Διδασκαλείο και οι απόφοιτοί του που κατηγορήθηκαν για ανεπάρκεια. Τελικά αποφασίζεται στη Βουλή η απάλειψη του κονδυλίου για τη λειτουργία του Διδασκαλείου, που οδηγεί φυσικά στο κλείσιμό του. Έτσι, τα δημοτικά σχολεία επανδρώνονται με αποφοίτους του γυμνασίου- προφανώς αυτοί ήταν πιο καταρτισμένοι- και επαναλειτουργεί το 1878. [4]

Για όλα τα παραπάνω θέματα γίνονται πολλές συζητήσεις, αλλά τελικά στο σύνταγμα του 1864, υιοθετήθηκαν οι ίδιες διατάξεις του 1844. Την ίδια χρονιά έχουμε την ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα. Ο υπουργός Παιδείας με εγκύκλιό του προς τους νομάρχες και έπαρχους της Επτανήσου ξεκαθαρίζει πως το «ευρωπαϊκότερο» εκπαιδευτικό τους σύστημα πρέπει να ακολουθήσει τις αρχές του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος. Δηλαδή, ομοιομορφία, υποτίμηση της τεχνικής και εμπειρικής εκπαίδευσης, αδιαφορία για τις ξένες γλώσσες και προσήλωση στις κλασικές σπουδές. [5]

Το 1866 συντάσσονται νέα αναλυτικά προγράμματα που δε διορθώνουν καθόλου την κατάσταση. Είναι φανερό πως τα δημόσια σχολεία βρίσκονται σε διάλυση. Οι καλοί μαθητές φεύγουν στα ιδιωτικά, η πειθαρχία είναι ανύπαρκτη.

Το 1872 κυκλοφορεί η έκθεση της επιτροπής του Συλλόγου προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων, [6] και στην Παγκόσμια έκθεση της Βιέννης, στο εκπαιδευτικό τμήμα, η Ελλάδα «πατώνει». [7] Προτείνονται διάφορα μέτρα για τη βελτίωση της κατάστασης, μεταξύ των οποίων και το εξής: να αναλάβει ο κλήρος την ευθύνη των δημοτικών σχολείων (11/4/1874). Αντιδρά εντονότατα ο Ελληνικός Διδασκαλικός Σύλλογος που στρέφεται κυρίως εναντίον του τότε υπουργού Παιδείας Ι. Βαλασόπουλου και η ιδέα εγκαταλείφθηκε. Μάλιστα, στις συνεδριάσεις που έγιναν με αφορμή το παραπάνω ζήτημα, ο γενικός γραμματέας του συλλόγου Μιλτιάδης Βρατσάνος διατύπωσε σημαντικές σκέψεις για τα εκπαιδευτικά, ίδιες με τις ιδέες που ακούγονταν τα χρόνια του Αγώνα. [8]

Μέσα σ’ όλο αυτό το χαμό το Υπουργικό Συμβούλιο παίρνει δυο … «σημαντικές» αποφάσεις για τον καθορισμό της στολής των μαθητών των γυμνασίων και των Ελληνικών σχολείων. Όμως διατυπώνονται και συγκεκριμένες προτάσεις για την βελτίωση της εκπαίδευσης. Χαρακτηριστικά αναφέρω: κατάργηση των Ελληνικών σχολείων και επέκταση του γυμνασίου σε έξι χρόνια, καθιέρωση μαθήματος νέων ελληνικών και ίδρυση διδασκαλείου. Τίποτα δε θα εφαρμοστεί από τα παραπάνω, παρά μόνο ύστερα από πολλά χρόνια. Στο μεταξύ καταργείται η «αλληλοδιδακτική» μέθοδος και εφαρμόζεται η «συνδιδακτική» [9] , η οποία διδάσκεται στο νέο διδασκαλείο (1878).

Το 1883 μια ομάδα Ειδικών Επιθεωρητών του Υπουργείου Παιδείας, αφού επισκέφθηκε πολλά σχολεία σ’ όλη τη χώρα, καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι χειρότερα δημοτικά σχολεία δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν [10] (επιθεωρητές ήταν ο Χαρίσιος Παπαμάρκος και ο Νικόλαος Πολίτης). Τα συμπεράσματά τους δεν φαίνεται να έγιναν αντιληπτά από κανέναν, γιατί κανένα μέτρο βελτίωσης δεν πάρθηκε.

Το 1885 καταργούνται τα δίδακτρα στα δημοτικά σχολεία. Σκοπός είναι η ενίσχυση και η εφαρμογή των διατάξεων για την υποχρεωτική φοίτηση. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα τα δημοτικά σχολεία να περιέλθουν στην οικονομική προστασία του κράτους. Τέλος, με το διάταγμα της 12ης Μαρτίου 1894, καθορίζεται για πρώτη φορά λεπτομερές πρόγραμμα και ύλη διδασκαλίας για τα δημοτικά σχολεία. [11]


Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από σπουδαίες οικονομικές, πολιτικές και ιδεολογικές αλλαγές. Τα νέα οικονομικά δεδομένα οδηγούν στη διαμόρφωση μιας κοινωνίας που τείνει στη βιομηχανική ανάπτυξη και που πρέπει να διοικείται με τις αρχές του φιλελεύθερου κοινοβουλευτισμού. Το κράτος πρέπει να είναι ισχυρό.
Ο Χαρίλαος Τρικούπης, ο πρώτος μεγάλος εκπρόσωπος της αστικής τάξης, βάζει τις αρχές του κράτους δικαίου, ενώ προχωρά σε μεγάλα έργα που βοηθούν την οικονομική ανάπτυξη.

Οι διανοούμενοι θεωρούν ότι η εξουσία πρέπει να βρίσκεται σε χέρια ηγετών προοδευτικών. Αλλά απαραίτητη προϋπόθεση για να γίνουν τέτοιες κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές είναι η ανύψωση του μορφωτικού επιπέδου του λαού. Η εκπαίδευση είναι αυτή που θα στηρίξει το δημοκρατικό πολίτευμα, θα προετοιμάσει την εργατική επανάσταση και θα θεραπεύσει την κακοδιοίκηση.

Αντί όμως για μια τέτοια δυναμική, επαναστατική, προοδευτική, προσαρ-μοσμένη στις απαιτήσεις των καιρών εκπαίδευση, τι έχουμε;

Έχουμε μια εκπαίδευση με συγκεντρωτικό χαρακτήρα κάτω από τον απόλυτο έλεγχο του κράτους, προσήλωση στην ομοιομορφία, υπερφορτωμένο πρόγραμμα, κλασικιστικό προσανατολισμό, υπερτίμηση της σημασίας των εξωτερικών χαρακτηριστικών, αμόρφωτους και άκαμπτους δασκάλους, κτήρια και μέσα άθλια και μηδαμινά. Όλα αυτά διανθίζονται από άτολμους νομοθέτες και υπουργούς που παίζουν τα πολιτικά τους παιχνίδια ή συσκέπτονται με όλους τους τύπους για να καθορίσουν τον ακριβή αριθμό των «κομβίων» του «ιματίου» και της «χλαμύδος». Όλοι προσδοκούν βελτίωση της πολιτικής και κοινωνικής ζωής απ’ την εκπαίδευση, αλλά και όλοι συμφωνούν ότι η εκπαίδευση χρειάζεται ριζική αλλαγή και ανανέωση. Είναι φανερό ότι χρειάζεται να γίνει μια μεγάλη μεταρρύθμιση.


[1] Α. Δημαρά, Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε, Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1986, τομ. Α΄, σελ. 149-157
[2] Όπως παραπάνω, σελ. 160-167
[3] Όπως παραπάνω, σελ. 168-176 [4] Όπως παραπάνω, σελ. 177-201 [5] Α. Δημαρά, Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε, Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1986, σελ. λη΄, 201-203
[6] Όπως παραπάνω, σελ. 209, 212-214
[7] Όπως παραπάνω, σελ. 216-217
[8] Όπως παραπάνω, σελ. 222-224
[9] Όπως παραπάνω, σελ. 242-243
[10] Όπως παραπάνω, σελ 246-250 και Αν. Φραγκουδάκη, Εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και Φιλελεύθεροι Διανοούμενοι, Κέδρος, Αθήνα 1991, σελ. 20-22
[11] Α. Δημαρά, Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε, Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1986, τομ. Α΄, σελ. 297-299


1895 – 1916
Με τον ειδικό νόμο ΒΤΜΘ΄ [1] της 3/9/1895 έγινε προσπάθεια να αναδιοργανωθεί η στοιχειώδης εκπαίδευση, χωρίς όμως να επέλθει καμιά ουσιαστική βελτίωση. Το καινούριο στοιχείο στην εκπαίδευση της χώρας είναι ότι εισάγεται ο θεσμός της προσχολικής αγωγής (διάταγμα 30/4/1896) [2] . Βεβαία το κράτος δεν ιδρύει δικά του νηπιαγωγεία, αλλά επιτρέπει στους ιδιώτες να το κάνουν.
Το 1899 η κυβέρνηση Γ. Θεοτόκη με υπουργό Παιδείας τον Α. Ευταξία υποβάλλει στη Βουλή τα νομοσχέδια «περί δημοτικής εκπαιδεύσεως» και «περί μέσης εκπαιδεύσεως» [3] . Τα νομοσχέδια αυτά είναι φανερά επηρεασμένα από την πρόσφατη ήττα της Ελλάδας στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Εξάλλου στην εισηγητική έκθεση του νομοσχεδίου αναφέρεται ότι το εκπαιδευτικό σύστημα πρέπει να μεταρρυθμιστεί, γιατί μόνο έτσι θα σβήσει η Ελλάδα απ’ το μέτωπό της το «στίγμα του 1897».

Ο νομοθέτης θεωρεί τη μεταρρύθμιση προϋπόθεση για την αντιμετώπιση του εθνικού προβλήματος. Θεωρείται ακόμη απαραίτητη για να αναπτυχθούν όλοι οι κλάδοι της οικονομίας και τέλος για να αποκτήσει η χώρα χρηστούς πολίτες.

Στόχος των νομοσχεδίων ήταν να γενικευθεί η δημοτική εκπαίδευση σ’ όλη την Ελλάδα, να γίνει υποχρεωτική και να προβλέπεται η επιβολή κυρώσεων στους γονείς που δεν έστελναν τα παιδιά τους στο σχολείο. Προτείνεται η κατάργηση της αρχαίας ελληνικής και η αντικατάστασή της με την καθαρεύουσα. Στα μαθήματα περιλαμβά-νονται και γνώσεις γεωπονίας, κηπουρική, δεντροκομία, μελισσοκομία, δικαιώματα και καθήκοντα συνταγματικού πολίτη κλπ. Φαίνεται πως η επιδίωξη ήταν η προετοιμασία των παιδιών για την ένταξή τους στην κοινωνική και οικονομική ζωή. Το πρόγραμμα της μέσης εκπαίδευσης περιλάμβανε όλα τα γνωστά μαθήματα, με μια διαφοροποίηση, ως προς την προσφορά, στις τέσσερις τελευταίες τάξεις. Έτσι στο πρακτικό τμήμα διδάσκονταν λιγότερες ώρες αρχαία και ιστορία και περισσότερες ώρες μαθηματικά και φυσική, απ’ ό,τι στο φιλολογικό τμήμα. Στα ίδια νομοσχέδια επισημαίνεται η ανάγκη βελτίωσης της εκπαίδευσης των εκπαιδευτικών των γυμνασίων και προτείνεται η ίδρυση έδρας παιδαγωγικής στη φιλοσοφική σχολή του πανεπιστημίου Αθηνών. Τέλος, αναφέρονται και στην εκπαίδευση των γυναικών και προτείνεται η ίδρυση δυο διδασκαλείων θηλέων. [4]

Τα νομοσχέδια του 1899 είχαν αρκετά θετικά στοιχεία, όπως η αυτοτέλεια του δημοτικού σχολείου και ο χωρισμός στις τελευταίες τάξεις του γυμνασίου σε πρακτικό και φιλολογικό τμήμα. Μάλιστα για πρώτη φορά εγκαταλείπονται τα γαλλογερμανικά πρότυπα και υιοθετούνται τα σκανδιναβικά (αυτό αναφέρεται στις προγραμματικές επαγγελίες του κόμματος του Γ. Θεοτόκη [5] ).

Τελικά, η αντίδραση, ιδιαίτερα για το ζήτημα της αντικατάστασης της αρχαίας ελληνικής στο δημοτικό σχολείο απ’ την νέα ελληνική, ήταν πολύ μεγάλη. [6] Έτσι τα περισσότερα νομοσχέδια δεν ψηφίστηκαν. Αυτό που θα κυριαρχήσει στα εκπαιδευτικά ζητήματα από δω και πέρα είναι το γλωσσικό ζήτημα, που δεν είναι βέβαια μόνο γλωσσικό, αλλά και κοινωνικοπολιτικό και οπωσδήποτε είναι ζήτημα εκπαιδευτικό. Έτσι με την είσοδο στον 20ο αιώνα έχουμε δύο περιστατικά. Τα «Ευαγγελιακά» (1901) και τα «Ορεστειακά» (1903).

Αφορμή για το πρώτο ήταν η μετάφραση του Ευαγγελίου στη δημοτική. Οι υπέρμαχοι της αρχαίας ελληνικής υποκινούν τους φοιτητές οι οποίοι ξεσηκώνονται και ξεσπούν σοβαρά επεισόδια με νεκρούς και τραυματίες. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός Γ. Θεοτόκης πυροβολήθηκε. Η κυβέρνηση παραιτείται και ο αρχιεπίσκοπος Προκόπιος απολύεται. [7] Τα «Ορεστειακά» ήταν ταραχές που προκάλεσαν οι φοιτητές για να μη παίζονται τραγωδίες μεταφρασμένες. Το Νοέμβριο του 1903 το Βασιλικό Θέατρο παρουσίασε την «Ορέστεια» του Αισχύλου μεταφρασμένη στη δημοτική. Οι φοιτητές διαμαρτυρήθηκαν και ζήτησαν τη διακοπή της παράστασης. Ακολούθησε συμπλοκή στην οποία σκοτώθηκαν δύο άτομα και επτά τραυματίστηκαν. [8]

Το 1904 (31 Μαρτίου ως 4 Απριλίου) πραγματοποιήθηκε το πρώτο ελληνικό εκπαιδευτικό συνέδριο. Το συνέδριο ασχολήθηκε με την γυναικεία αγωγή (να γίνει υποχρεωτική), με τη στοιχειώδη εκπαίδευση (να θεσπιστούν κίνητρα ώστε όλοι να θέλουν να πάνε σχολείο, να οργανωθούν σχολικές κοινότητες, να εισαχθούν τεχνικά μαθήματα, να μεταφραστούν ξένα παιδαγωγικά συγγράμματα) και με τη μέση εκπαίδευση (να εξασφαλιστεί επιστημονική και παιδαγωγική κατάρτιση των εκπαιδευτικών, να διοριστούν καθηγητές ειδικοί για τα φυσικά και μαθηματικά, να καθιερωθούν υποτροφίες κλπ.). [9]

Ακόμη με ιδιωτική πρωτοβουλία (του περιοδικού «Νουμάς») προκηρύχτηκε διαγωνισμός για ένα ανθρώπινο και ρωμαίικο αναγνωστάριο, γραμμένο σε γλώσσα δημοτική. Κι αν η πολιτεία δεν το υιοθετεί το αναγνωστάριο αυτό, «αρκεί να ‘χουμε δουλειά (έτοιμη) για την ώρα τη μεγάλη» Το 1908 ιδρύθηκε στο Βόλο το Ανώτερο Δημοτικό Παρθεναγωγείο με πρόταση του γιατρού Δ. Σαράτση. Η διεύθυνσή του ανατέθηκε στον Αλ. Δελμούζο. Σ’ αυτό ο Δελμούζος θέλησε να εργαστεί πειραματικά, να εφαρμόσει τα νέα πορίσματα της παιδαγωγικής και να χρησιμοποιήσει τη δημοτική γλώσσα. [10]

Πράγματι, στο διάστημα 1908-1911, «Ο Δελμούζος εφάρμοσε μια προοδευτική παιδαγωγική που καταπιάνονταν με τα αληθινά προβλήματα της εποχής, εισήγαγε την δημοτική γλώσσα, έδωσε έμφαση στην εμπειρική μάθηση, προσάρμοσε τα παλιά κείμενα, ενέπνευσε εμπιστοσύνη στις μαθήτριες, άλλαξε την ατμόσφαιρα φόβου στην τάξη σε ατμόσφαιρα συνεργατικής προσπάθειας». [11] Το εκπαιδευτικό αυτό πείραμα συνάντησε ισχυρότατες αντιδράσεις και κριτική που οδήγησαν στην παραίτηση του Δελμούζου, κλείσιμο του σχολείου και στην προσαγωγή του διευθυντή και των συνεργατών του σε δίκη για αθεΐα, ασέβεια, εξύβριση κλπ. Στη δίκη που έγινε στο Ναύπλιο, τόσο ο Δελμούζος όσο και οι συνεργάτες του αθωώθηκαν. Η δίκη έμεινε γνωστή ως τα «Αθεϊκά». [12]

Δύο χρόνια αργότερα (1910), οι δημοτικιστές ίδρυσαν τον Εκπαιδευτικό Όμιλο. [13] Σκοπός του Εκπαιδευτικού Ομίλου ήταν να βοηθήσει στην αναμόρφωση της ελληνικής εκπαίδευσης και η ίδρυση πρότυπου δημοτικού σχολείου. Σύμφωνα με το πρόγραμμά του (1915) η παιδεία έπρεπε να στήσει τα θεμέλιά της πάνω στα πραγματικά στοιχεία της ελληνικής ζωής (νεοελληνική παράδοση, ήθη και έθιμα, ζωντανή γλώσσα, λαϊκά τραγούδια και δημιουργική λογοτεχνία). Ωστόσο δέχθηκε κι αυτός σφοδρές επιθέσεις, που επικεντρώνονταν κυρίως στο γλωσσικό ζήτημα.

Δημοσιεύτηκε στο http://www.eduportal.gr

Κατηγορίες:παιδαγωγικά Ετικέτες:
Αρέσει σε %d bloggers: